εχθίζομαι

ἐχθίζομαι (Μ) [έχθος]
1. μισούμαι, είμαι ή γίνομαι μισητός
2. (κατά τον Φώτ.) «κακυνόμεθα, ἐχθραινόμεθα ἤ ἐχθροὺς παρασκευάζομεν»
3. (η μτχ. παρακμ. ως επίθ.) ἐχθισμένος, -η, -ον
μισητός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐχθιζόμεθα — ἐχθίζομαι incur odium pres ind mp 1st pl ἐχθίζομαι incur odium imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατηχθισμέναι — κατά ἀχθίζω load perf part mp fem nom/voc pl (attic epic doric ionic aeolic) κατηχθισμένᾱͅ , κατά ἀχθίζω load perf part mp fem dat sg (attic epic doric ionic aeolic) κατά ἐχθίζομαι incur odium perf part mp fem nom/voc pl κατηχθισμένᾱͅ , κατά… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατηχθισμένον — κατά ἀχθίζω load perf part mp masc acc sg (attic epic doric ionic aeolic) κατά ἀχθίζω load perf part mp neut nom/voc/acc sg (attic epic doric ionic aeolic) κατά ἐχθίζομαι incur odium perf part mp masc acc sg κατά ἐχθίζομαι incur odium perf part… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατηχθισμένων — κατά ἀχθίζω load perf part mp fem gen pl (attic epic doric ionic aeolic) κατά ἀχθίζω load perf part mp masc/neut gen pl (attic epic doric ionic aeolic) κατά ἐχθίζομαι incur odium perf part mp fem gen pl κατά ἐχθίζομαι incur odium perf part mp… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηχθισμέναι — ἀπό ἀχθίζω load perf part mp fem nom/voc pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀπηχθισμένᾱͅ , ἀπό ἀχθίζω load perf part mp fem dat sg (attic epic doric ionic aeolic) ἀπό ἐχθίζομαι incur odium perf part mp fem nom/voc pl ἀπηχθισμένᾱͅ , ἀπό ἐχθίζομαι… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηχθισμένον — ἀπό ἀχθίζω load perf part mp masc acc sg (attic epic doric ionic aeolic) ἀπό ἀχθίζω load perf part mp neut nom/voc/acc sg (attic epic doric ionic aeolic) ἀπό ἐχθίζομαι incur odium perf part mp masc acc sg ἀπό ἐχθίζομαι incur odium perf part mp… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπηχθισμέναι — ἐπί ἀχθίζω load perf part mp fem nom/voc pl (attic epic doric ionic aeolic) ἐπηχθισμένᾱͅ , ἐπί ἀχθίζω load perf part mp fem dat sg (attic epic doric ionic aeolic) ἐπί ἐχθίζομαι incur odium perf part mp fem nom/voc pl ἐπηχθισμένᾱͅ , ἐπί ἐχθίζομαι… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπηχθισμένον — ἐπί ἀχθίζω load perf part mp masc acc sg (attic epic doric ionic aeolic) ἐπί ἀχθίζω load perf part mp neut nom/voc/acc sg (attic epic doric ionic aeolic) ἐπί ἐχθίζομαι incur odium perf part mp masc acc sg ἐπί ἐχθίζομαι incur odium perf part mp… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπηχθισμένων — ἐπί ἀχθίζω load perf part mp fem gen pl (attic epic doric ionic aeolic) ἐπί ἀχθίζω load perf part mp masc/neut gen pl (attic epic doric ionic aeolic) ἐπί ἐχθίζομαι incur odium perf part mp fem gen pl ἐπί ἐχθίζομαι incur odium perf part mp… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταχθίζομαι — (Α) (κατά τον Ησύχ.) είμαι μισητός. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < *κατ εχθίζομαι με αφομοίωση < κατ(α) * + ἀχθίζομαι «προκαλώ έχθρα»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.